αποσφραγίζω

ρήμα

1. Αφαιρώ ή καταστρέφω τη σφραγίδα, το κλείστρο ή άλλο μέσο που εμπόδιζε την πρόσβαση σε κουτί, φάκελο, δοχείο ή άλλη συσκευασία, ώστε να αποκαλυφθεί και να ληφθεί το περιεχόμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα αποσφραγίζω το πακέτο που ήρθε από το εξωτερικό.
  • Στην εκλογική επιτροπή, αργά το βράδυ αποσφραγίζω τις κάλπες για να ξεκινήσει η καταμέτρηση.
  • Ως αστυνομικός, αποσφραγίζω τη σακούλα με τα αποδεικτικά στοιχεία παρουσία μαρτύρων.
  • Στο εργαστήριο, πριν την ανάλυση, αποσφραγίζω το φιαλίδιο με το αντιδραστήριο.
  • Στο αρχείο του μουσείου αποσφραγίζω έναν παλιό χάρτη για συντήρηση και μελέτη.
  • Με το γράμμα αυτό αποσφραγίζω τις αναμνήσεις που είχα κλεισμένες χρόνια.