απολογία
ουσιαστικό1. Λόγος ή κείμενο με το οποίο κάποιος υπερασπίζεται τον εαυτό του, τις πράξεις ή τις απόψεις του έναντι κατηγοριών, επικρίσεων ή υποψιών.
Συνώνυμα
συγγνώμη σόρι σόρυ υπεράσπιση εξήγηση δικαιολογία δικαιολόγηση αιτιολόγηση εξιλέωση επανόρθωση μετάνοια απάντηση συνέντευξη επιχείρημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απολογία του κατηγορουμένου στο δικαστήριο ήταν σύντομη αλλά τεκμηριωμένη.
- Κλήθηκε να δώσει απολογία στην αστυνομία για τα γεγονότα της νύχτας.
- Η απολογία για την καθυστέρηση που παρουσίασε δεν φάνηκε πειστική.
- Στο άρθρο του έγραψε μια απολογία υπέρ της ελευθερίας του λόγου.
- Η απολογία του υπαλλήλου στην επιτροπή δεν έπεισε τα μέλη.