αποκαρδιωμένος
επίθετο1. Που έχει χάσει το θάρρος, τη διάθεση ή την ελπίδα και νιώθει λύπη, μελαγχολία ή απάθεια εξαιτίας επαναλαμβανόμενων αποτυχιών ή δυσμενών εξελίξεων.
Συνώνυμα
απογοητευμένος συντετριμμένος απαρηγόρητος λυπημένος θλιμμένος στενοχωρημένος αδειασμένος καταρρακωμένος διαλυμένος κατεστραμμένος πεσμένος μουτρωμένος απελπισμένος δυστυχισμένος μελαγχολικός καταθλιμμένος πληγωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έμεινα αποκαρδιωμένος όταν έμαθα ότι ακυρώθηκε το πρόγραμμα.
- Η Σοφία ήταν αποκαρδιωμένη μετά το απογοητευτικό αποτέλεσμα.
- Οι κάτοικοι ήταν αποκαρδιωμένοι από την αδιαφορία των αρχών.
- Μας άφησε αποκαρδιωμένους το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής στο συνέδριο.
- Αποκαρδιωμένος από τις συνεχείς αποτυχίες, ο αθλητής σκέφτηκε να σταματήσει.
- Δεν ένιωσα αποκαρδιωμένος παρά τις δυσκολίες.