αποζημιώνω
ρήμα1. Δίνω σε κάποιον χρηματική ή άλλη αποζημίωση για ζημία, βλάβη, απώλεια ή δαπάνη που υπέστη, με σκοπό την οικονομική αποκατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ασφαλιστική εταιρεία αποζημίωσε τον ιδιοκτήτη για τις ζημιές στο σπίτι.
- Το δικαστήριο αποφάσισε να αποζημιώσει την οικογένεια του θύματος.
- Ο εργοδότης αποζημίωσε τους υπαλλήλους για τις ώρες υπερωρίας.
- Τίποτα δεν μπορεί να αποζημιώσει την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου.
- Θα σε αποζημιώσω για τον χαμένο χρόνο και τα έξοδα.