αποδεικνύομαι
ρήμα1. Διαπιστώνεται ή καθίσταται σαφές ότι κάτι είναι αληθές, σωστό ή τεκμηριωμένο ύστερα από εξέταση, δοκιμή ή απόδειξη.
2. Προκύπτει ότι κάποιος ή κάτι έχει συγκεκριμένη ιδιότητα, ρόλο ή κατάσταση ως αποτέλεσμα συμπεριφοράς, στοιχείων ή περιστάσεων.
Συνώνυμα
αποδείχνομαι επιβεβαιώνομαι αποκαλύπτομαι τεκμηριώνομαι διαπιστώνομαι δείχνομαι προκύπτω βγαίνω επικυρώνομαι συμπεραίνομαι αληθεύω επαληθεύομαι φαίνομαι εμφανίζομαι
Αντώνυμα
διαψεύδομαι αμφισβητούμαι απορρίπτομαι ακυρώνομαι ανατρέπομαι αναιρούμαι λέγομαι σφάλλω εκλαμβάνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Στην πράξη αποδεικνύομαι πιο ανθεκτικός από ό,τι φανταζόμουν.
- Παρά τις αμφιβολίες, στο τέλος αποδεικνύομαι σωστός.
- Μετά τις δοκιμές, αποδεικνύομαι χρήσιμος στην ομάδα.
- Σε αυτό το πείραμα αποδεικνύομαι ανακριβής, άρα πρέπει να επανεξετάσουμε τα δεδομένα.
- Με τα χρόνια αποδεικνύομαι πιο υπομονετική από ό,τι πίστευα.
- Σε δύσκολες στιγμές αποδεικνύομαι ικανός να ανταπεξέλθω.