απειλώ
ρήμα1. Εκφράζει την πρόθεση να προκαλέσει βλάβη, ποινή ή άλλη δυσμενή συνέπεια σε κάποιον ως μέσο πίεσης ή εκφοβισμού.
2. Αποτελώ κίνδυνο για κάτι ή βρίσκομαι σε διαδικασία να προκαλέσω ζημιά, απώλεια ή καταστροφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε απειλώ ότι θα καλέσω την αστυνομία αν δεν φύγεις τώρα.
- Σε απειλώ με νομικά μέσα αν δεν μου επιστρέψεις τα χρήματα.
- Σε απειλώ πως δεν θα διστάσω να αποκαλύψω την αλήθεια.
- Απειλώ να αποκαλύψω όλα όσα ξέρω αν με προδώσεις.
- Σε απειλώ, μη δοκιμάζεις την υπομονή μου.