απείραχτος
επίθετο1. Που δεν έχει υποστεί άγγιγμα, παρέμβαση ή φθορά και παραμένει στην αρχική, ανέπαφη κατάσταση.
2. Που δεν έχει αλλοιωθεί ή επηρεαστεί από εξωτερικούς παράγοντες, χρήση ή εμπειρία.
Συνώνυμα
ανέγγιχτος ανέπαφος άθικτος ακέραιος αναλλοίωτος αμόλυντος ανεπηρέαστος απαραβίαστος ακαλλιέργητος παρθένος παρθενικός άφθαρτος ακατέργαστος
Αντώνυμα
πειραγμένος αγγιγμένος χρησιμοποιημένος παραποιημένος αλλοιωμένος φθαρμένος κατεστραμμένος βεβηλωμένος επηρεασμένος μεταχειρισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το αρχείο παρέμεινε απείραχτο μετά τον έλεγχο.
- Το βουνό έμεινε απείραχτο από την τουριστική ανάπτυξη.
- Ο οδηγός βγήκε από το ατύχημα απείραχτος.
- Η γέφυρα έμεινε απείραχτη παρά την ισχυρή καταιγίδα.
- Ως νέος βουλευτής, παραμένει απείραχτος από τα κόλπα της πολιτικής.