αξιότιμος
επίθετο1. Που εμπνέει ή απολαμβάνει σεβασμό και εκτίμηση εξαιτίας της ηθικής, της αξιοπρέπειας, της αξίας ή του κύρους του προσώπου.
2. Που αποδίδεται ως ευγενική ή τυπική προσφώνηση προς κάποιον σε υψηλή θέση ή με κοινωνικά αναγνωρισμένο κύρος.
Συνώνυμα
σεβαστός εντιμότατος εκτιμητός έντιμος διαπρεπής τιμητός έγκριτος αξιοσέβαστος πολυεκτιμητός διακεκριμένος ευγενής άξιος καταξιωμένος σεβάσμιος εκλεκτός αγαπητός
Αντώνυμα
ανέντιμος άτιμος ατιμασμένος ασέβης ατιμωμένος απαξιωμένος καταφρονητός γελοίος μαλάκας παρακατιανός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αξιότιμος κύριος Παπαδόπουλος θα μιλήσει στην εκδήλωση.
- Απευθύναμε επιστολή στην αξιότιμη κυρία διευθύντρια.
- Ο δήμαρχος δέχτηκε την αντιπροσωπεία με αξιότιμο ύφος.
- Σας ευχαριστούμε για την παρουσία σας, αξιότιμοι προσκεκλημένοι.
- Η εταιρεία βράβευσε τον αξιότιμο συνεργάτη της.