αντιπρόσωπος
ουσιαστικό1. Άτομο που ενεργεί ή λαμβάνει αποφάσεις εξ ονόματος άλλου προσώπου, ομάδας ή οργανισμού λόγω εξουσιοδότησης, ανάθεσης ή εκλογικής εντολής.
Συνώνυμα
εκπρόσωπος πληρεξούσιος εντεταλμένος απεσταλμένος εντολοδόχος αντιπροσωπευτής πρεσβευτής παραστάτης γερουσιαστής πρέσβης πωλήτρια πράκτορας επίτροπος διαπραγματευτής μεσολαβητής αναπληρωτής πωλητής υπουργός αξιωματούχος διανομέας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αντιπρόσωπος της εταιρείας παρουσίασε το νέο προϊόν στους πελάτες.
- Στο συνέδριο, κάθε νομός έστειλε έναν αντιπρόσωπο.
- Υπογράφοντας το έντυπο, έδωσε εξουσιοδότηση στον αντιπρόσωπο του για να κάνει τις συναλλαγές.
- Οι αντιπρόσωποι των εργαζομένων ζήτησαν συνάντηση με τη διοίκηση.
- Ο αντιπρόσωπος ψήφισε σύμφωνα με τις οδηγίες της συνέλευσης.