ανομοιογένεια
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα σύνολο, υλικό ή σύστημα αποτελείται από μέρη με διαφορετική σύσταση, δομή ή χαρακτηριστικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ομοιογένεια ομοιομορφία ομοιοτυπία ενότητα συνοχή μονομορφία τύπος μονοτονία συνέπεια μοτίβο συμμετρία συστοιχία
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανομοιογένεια του πληθυσμού δυσκολεύει τη χάραξη δημόσιων πολιτικών.
- Η ανομοιογένεια του εδάφους στο οικόπεδο απαιτεί ειδικές τεχνικές θεμελίωσης.
- Η ανομοιογένεια των δεδομένων έκανε δύσκολη την επεξεργασία και την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων.
- Η ανομοιογένεια των όγκων επηρεάζει σημαντικά την ανταπόκριση στη θεραπεία.
- Η ανομοιογένεια στις οικονομικές συνθήκες ανάμεσα στις περιφέρειες οδηγεί σε άνιση κατανομή πόρων.
- Η ανομοιογένεια των διαλέκτων στην περιοχή προκαλεί προκλήσεις στην εκπαιδευτική διαδικασία.