ανοικτά
επίρρημα1. Με τρόπο που επιτρέπει την πρόσβαση ή τη διέλευση, επειδή κάτι δεν είναι κλειστό ή κλειδωμένο (π.χ. πόρτες, παράθυρα, καταστήματα).
2. Με ειλικρίνεια και χωρίς απόκρυψη ή δισταγμό, εκφράζοντας ευθέως σκέψεις ή πληροφορίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μίλησε ανοικτά για τα συναισθήματά του.
- Τα παράθυρα είναι ανοικτά όλη τη νύχτα.
- Τα καταστήματα θα είναι ανοικτά και την Κυριακή.
- Ο βουλευτής υποστήριξε ανοικτά την πρόταση.
- Αποδέχτηκαν ανοικτά την πρόσκληση χωρίς δεύτερη σκέψη.