ανελαστικός
επίθετο1. Που δεν παρουσιάζει ή επιτρέπει ελαστική παραμόρφωση υπό φόρτιση, με αποτέλεσμα να μην επανέρχεται εύκολα στην αρχική μορφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανελαστική ζήτηση για τα βασικά είδη έκανε δύσκολη την προσπάθεια μείωσης των τιμών.
- Ο διευθυντής ήταν ανελαστικός στις προθεσμίες και δεν έκανε παραχωρήσεις.
- Το καλώδιο ήταν ανελαστικό και δεν επέτρεπε να τεντωθεί περισσότερο.
- Οι αρτηρίες γίνονται ανελαστικές με την ηλικία, επηρεάζοντας την πίεση του αίματος.
- Η κυβέρνηση κράτησε ανελαστική τη στάση της απέναντι στις απαιτήσεις των συνδικάτων.