ανδρεία
ουσιαστικόΙδιότητα ή αρετή του ατόμου που αντιμετωπίζει με αποφασιστικότητα και ψυχική αντοχή κινδύνους, πόνο ή σοβαρές δυσκολίες, διατηρώντας την ψυχραιμία και την εσωτερική σταθερότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανδρεία του στρατιώτη εντυπωσίασε τους ανωτέρους του.
- Έδειξε μεγάλη ανδρεία όταν μπήκε στο καμένο σπίτι για να σώσει το παιδί.
- Η ανδρεία να πει κανείς την αλήθεια σε δύσκολες στιγμές σπάνια επιβραβεύεται.
- Στα έπη περιγράφονται πολλές πράξεις ανδρείας των ηρώων.
- Η επιστημονική κοινότητα χρειάζεται ανδρεία για να αμφισβητήσει καθιερωμένες θεωρίες.