αναχρονιστικός

επίθετο

1. Που ανήκει ή παραπέμπει σε προηγούμενη εποχή και θεωρείται μη σύγχρονο ή ακατάλληλο για το παρόν.

2. Που συγκρούεται με την ιστορική ή χρονική αλληλουχία, τοποθετώντας πρόσωπα, γεγονότα ή στοιχεία σε λάθος χρονική περίοδο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διακόσμηση του σπιτιού με παλιά έπιπλα φαινόταν αναχρονιστική μπροστά στη σύγχρονη αρχιτεκτονική.
  • Ο νόμος αυτός είναι αναχρονιστικός και χρειάζεται άμεση αναθεώρηση.
  • Οι απόψεις που εξέφρασε στη συνέντευξη ήταν αναχρονιστικές και προκάλεσαν αντιδράσεις.
  • Στην παράσταση χρησιμοποίησαν αναχρονιστικά κοστούμια για να μπερδέψουν το κοινό.
  • Η επιχειρηματολογία του σχετικά με την τεχνολογία ακούστηκε αναχρονιστική σε νέους μηχανικούς.