αναρωτιέμαι
ρήμα1. Εκφράζω ή νιώθω απορία και θέτω στον εαυτό μου ερώτηση για κάτι, αναζητώντας πιθανή εξήγηση ή πληροφορία.
2. Σκέφτομαι διερευνητικά ή αναστοχάζομαι πάνω σε ένα θέμα, χωρίς απαραίτητα να αναζητώ άμεση λύση.
Συνώνυμα
απορώ διαρωτιέμαι διερωτώμαι διαρωτώ διερωτώ σκέφτομαι στοχάζομαι διαλογίζομαι αμφιβάλλω υποψιάζομαι περιεργάζομαι ρωτώ σκέπτομαι ψάχνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά αναρωτιέμαι τι κάνει τώρα.
- Πριν αποφασίσω, αναρωτιέμαι αν αυτή είναι η σωστή επιλογή.
- Κοιτάζοντας τα χαρτιά, αναρωτιέμαι μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος.
- Καθώς τον βλέπω, αναρωτιέμαι πώς θα ένιωθε στη θέση του.
- Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν όλα αυτά έχουν νόημα.