αναπόφευκτος
επίθετο1. Που δεν μπορεί να αποφευχθεί, να παρεμποδιστεί ή να αποτραπεί και γι' αυτό πρόκειται οπωσδήποτε να συμβεί.
2. Που προκύπτει αναγκαστικά από τις υπάρχουσες συνθήκες ή το πλαίσιο (φυσικό, κοινωνικό ή λογικό) και δεν επιδέχεται ουσιαστική αλλαγή.
Συνώνυμα
αναπότρεπτος αναπόδραστος αναγκαίος μοιραίος προδιαγεγραμμένος απαραίτητος μονόδρομος καταδικασμένος αμείλικτος σιγουρός προορισμένος αναμενόμενος επιβεβλημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναπόφευκτη καθυστέρηση στην παράδοση οφείλεται στην κακοκαιρία.
- Ο χωρισμός ήταν σχεδόν αναπόφευκτος μετά από χρόνια παρεξηγήσεων.
- Το ατύχημα ήταν αναπόφευκτο όταν χάλασαν τα φρένα.
- Οι φυσικές καταστροφές γίνονται όλο και πιο αναπόφευκτες λόγω της κλιματικής αλλαγής.
- Στον διάλογο, οι συμβιβασμοί ήταν αναπόφευκτοι.