αναπληρώνω
ρήμα1. Εκτελώ προσωρινά τα καθήκοντα ή ασκώ τις αρμοδιότητες που είχε κάποιος άλλος, ώστε η θέση ή η λειτουργία να συνεχιστεί κατά τη διάρκεια της απουσίας του.
Συνώνυμα
αντικαθιστώ κάλυπτω συμπληρώνω υποκαθιστώ αποζημιώνω επανορθώνω αποκαθιστώ αντισταθμίζω επαναπληρώνω καλύπτω γεμίζω τροφοδοτώ μπαλώνω εξισορροπώ ανακτώ ανανεώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα αναπληρώνω τον καθηγητή στο μάθημα επειδή είναι άρρωστος.
- Προσπαθώ να αναπληρώνω τις χαμένες ώρες με επιπλέον μελέτη τα Σαββατοκύριακα.
- Ο προμηθευτής αναπληρώνει τα αποθέματα κάθε δύο εβδομάδες.
- Η εταιρεία έδωσε μπόνους για να αναπληρώσει τις οικονομικές απώλειες των εργαζομένων.
- Ο αναπληρωτής διευθυντής αναπληρώνει τον διευθυντή κατά τη διάρκεια των διακοπών του.