αναντίρρητα
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν επιδέχεται αντίρρηση ή αμφισβήτηση, με απόλυτη βεβαιότητα.
2. Ως εισαγωγή ή ένδειξη για να δηλωθεί αναγνώριση μιας προφανούς ή δεδομένης αλήθειας πριν ή ανεξάρτητα από την υπόλοιπη επιχειρηματολογία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καιρός σήμερα είναι αναντίρρητα καλύτερος από χθες.
- Τα στοιχεία δείχνουν αναντίρρητα την άνοδο των τιμών το τελευταίο τρίμηνο.
- Η απόφαση υιοθετήθηκε αναντίρρητα από το συμβούλιο χωρίς καμία αντίρρηση.
- Θα αναγνωρίσω αναντίρρητα ότι έκανα λάθος στην εκτίμησή μου.
- Η δουλειά της ομάδας είναι αναντίρρητα υποδειγματική και αξίζει αναγνώριση.