ανήλικος

επίθετο

Που δεν έχει συμπληρώσει το όριο ηλικίας που καθορίζει ο νόμος για την ενηλικίωση και επομένως θεωρείται νομικά περιορισμένος στην άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ανήλικος χρειάζεται τη συγκατάθεση των γονέων για να ταξιδέψει στο εξωτερικό.
  • Το δικαστήριο επέβαλε ειδικά μέτρα για την υπόθεση του ανήλικου που εμπλέκεται σε κλοπή.
  • Η ανήλικη έλαβε ιατρική φροντίδα παρουσία κηδεμόνα.
  • Στον αγώνα συμμετείχαν μόνο ανήλικοι κάτω των δεκαοκτώ ετών.
  • Οι ανήλικες δεν επιτρέπεται να εισέλθουν στο μπαρ μετά τα μεσάνυχτα.