ανάχωμα
ουσιαστικό1. Σωρός γης, πέτρας ή άλλου υλικού διαμορφωμένος ως ανύψωση κατά μήκος ποταμών, καναλιών ή ακτών, με σκοπό τη συγκράτηση, την εκτροπή ή την αποτροπή εισροής νερού και την προστασία από πλημμύρες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ανάχωμα κατά μήκος του ποταμού απέτρεψε την πλημμύρα.
- Έχτισαν ένα ανάχωμα για να προστατέψουν το χωριό από τα νερά.
- Στον πόλεμο, το ανάχωμα προσέφερε κάλυψη στους στρατιώτες.
- Η αυστηρή λογοκρισία λειτούργησε σαν ανάχωμα στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.
- Το ανάχωμα που στήθηκε στο εργοτάξιο σταθεροποίησε το έδαφος.