αμέμπτος
επίθετοΠου δεν του καταλογίζεται σφάλμα ή παράπτωμα και δεν παρουσιάζει ελαττώματα ή κηλίδες στη συμπεριφορά, στον χαρακτήρα ή στην απόδοση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ένοχος επιλήψιμος ελαττωματικός ατελής διαβλητός ύποπτος αναξιόπιστος υπόλογος σφαλμένος κατηγορούμενος διασυρμένος ακάθαρτος αμαρτωλός άσεμνος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής είναι αμέμπτος στο έργο του.
- Η υπάλληλος διατηρεί πάντα αμέμπτη συμπεριφορά απέναντι στους πελάτες.
- Το ιστορικό του είναι αμέμπτο, χωρίς καμία παράβαση.
- Οι πράξεις τους κρίθηκαν αμέμπτες από την επιτροπή δεοντολογίας.
- Η δημόσια εικόνα της παρέμεινε αμέμπτη παρά τις φήμες.