αλλογενής

επίθετο

1. Που έχει διαφορετική καταγωγή ή προέλευση σε σχέση με το τοπικό ή κυρίαρχο κοινωνικό, εθνοτικό ή γεωγραφικό πλαίσιο.

2. Που προέρχεται από άλλο άτομο ή άλλη πηγή, ιδίως σε βιολογικό ή ιατρικό πλαίσιο (π.χ. μόσχευμα ή κύτταρα από διαφορετικό δότη).

Συνώνυμα

αλλοεθνής αλλοδαπός ξένος ξένη εξωγενής εισαγόμενος ετερογενής διαφορετικός ξενόφερτος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κοινότητα υποδέχθηκε τους αλλογενείς πρόσφυγες με ανθρωπιστική βοήθεια.
  • Η αλλογενής μεταμόσχευση μυελού των οστών απαιτεί ακριβή αντιστοίχιση δότη και λήπτη.
  • Οι αρχαιολογικές ανασκαφές έδειξαν στοιχεία αλλογενή προέλευσης στη λιθοδομή των κτιρίων.
  • Σε πολλές μουσικές φόρμες παρατηρείται αλλογενής επίδραση από γειτονικούς πολιτισμούς.
  • Οι βιολόγοι συνέκριναν την ανοσολογική απόκριση σε αλλογενείς και αυτογενείς μεταμοσχεύσεις.