αληθεύω
ρήμα1. Λέω την αλήθεια ή εκφράζω ειλικρινώς αυτό που γνωρίζω, παρατηρώ ή πιστεύω.
2. Ισχύω ως αληθές ή ανταποκρίνομαι στην πραγματικότητα όταν πληροφορίες, ισχυρισμοί ή παρατηρήσεις επιβεβαιώνονται.
Συνώνυμα
ισχύω επαληθεύω επιβεβαιώνομαι βεβαιώνομαι επαληθεύομαι εξακριβώνομαι αποδεικνύομαι διασταυρώνομαι προκύπτω συνάδω συμφωνώ ανταποκρίνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν καταθέτω στο δικαστήριο, πάντα αληθεύω.
- Δεν ήμουν σίγουρος αν όσα διάβασα αληθεύουν, οπότε ζήτησα επιβεβαίωση.
- Αληθεύει ότι θα κλείσει το μουσείο για ανακαίνιση;
- Ο ισχυρισμός του για το ιστορικό γεγονός αληθεύει μόνο εν μέρει.
- Μη με παρεξηγείς, προσπαθώ να αληθεύω όταν μιλώ δημόσια.