αλαζονικός

επίθετο

1. Που εκδηλώνει υπερβολική υπερηφάνεια και αίσθηση ανωτερότητας προς τους άλλους, συμπεριφερόμενο με υπεροπτικό, περιφρονητικό ή επίδειξιακό τρόπο.

2. Που απαιτεί υπερβολικό σεβασμό ή προνόμια χωρίς ανάλογα προσόντα ή δικαιολογία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διευθυντής ήταν αλαζονικός και δεν άκουγε τις προτάσεις των εργαζομένων.
  • Η συμπεριφορά της ήταν αλαζονική, απορρίπτοντας κάθε χρήσιμη παρατήρηση.
  • Οι πολιτικοί έγιναν αλαζονικοί μετά την εκλογική νίκη και αγνόησαν τις ανάγκες των πολιτών.
  • Το άρθρο είχε έναν αλαζονικό τόνο που απωθούσε πολλούς αναγνώστες.
  • Τα ψηλά κτίρια στην πλατεία έδιναν μια αλαζονική εντύπωση στον επισκέπτη.