ακαλαίσθητος
επίθετοΠου δεν ανταποκρίνεται σε αισθητικούς κανόνες ή στο γενικό γούστο και προκαλεί δυσάρεστη αισθητική εντύπωση λόγω κακοσχεδιασμού, κακής αρμονίας χρωμάτων, δυσανάλογων σχημάτων ή γενικά πρόχειρης και ασυνάρτητης εμφάνισης.
Συνώνυμα
κακόγουστος άκομψος κιτς κιτσαρός αντιαισθητικός κιτσαρισμένος χοντροκομμένος χυδαίος κακοτεχνικός άχαρος χονδροειδής πρόχειρος άσχημος απαίσιος απρεπής επιδεικτικός υπερβολικός απωθητικός
Αντώνυμα
καλαίσθητος καλόγουστος κομψός εκλεπτυσμένος στυλάτος όμορφος προσεγμένος περιποιημένος ευπαρουσίαστος αρμονικός χαριτωμένος γοητευτικός λεπτεπίλεπτος μοδάτος ευπρεπής σεμνός λιτός εκθαμβωτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Το νέο γλυπτό στην πλατεία είναι ακαλαίσθητο.
- Η εμφάνισή της στο πάρτι ήταν ακαλαίσθητη.
- Τα σχόλιά του ήταν ακαλαίσθητα και άκαιρα.
- Οι διαφημιστικές πινακίδες στο κέντρο είναι ακαλαίσθητες.
- Οι γείτονες τους χαρακτήρισαν ακαλαίσθητους λόγω της συμπεριφοράς τους.