ακαθόριστος
επίθετο1. Που δεν έχει σαφή όρια, χαρακτηριστικά ή καθορισμένη μορφή, με αποτέλεσμα να παραμένει θολό ή δύσκολα ορισμένο.
2. Που δεν έχει οριστεί με ακρίβεια ως προς ποσότητα, χρόνο, θέση ή κατάσταση, οπότε δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αποτέλεσμα της δοκιμής είναι ακαθόριστο.
- Η ημερομηνία του ραντεβού παραμένει ακαθόριστη.
- Άκουσα έναν ακαθόριστο θόρυβο έξω από το σπίτι.
- Οι όροι στο συμβόλαιο είναι ακαθόριστοι και προκαλούν ανησυχία.
- Στη γραμματική, η λέξη 'κάποιος' λειτουργεί ως ακαθόριστη αντωνυμία.
- Η αφήγηση αφήνει μια ακαθόριστη αίσθηση αγωνίας.