ακαθαρσία
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία υπάρχουν βρωμιά, σωματικά κατάλοιπα ή ρυπαντικά στοιχεία πάνω σε ανθρώπους, αντικείμενα ή χώρους, με αποτέλεσμα μείωση της καθαριότητας ή της υγιεινής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά το πάρτι, το σπίτι ήταν γεμάτο ακαθαρσία και χρειάστηκε να καθαρίσουμε πολλές ώρες.
- Ο πνευματικός του μίλησε για την ανάγκη να καθαρίσει την ακαθαρσία της καρδιάς.
- Η ακαθαρσία στην τουαλέτα απαιτούσε άμεσο καθαρισμό.
- Η παρουσία ακαθαρσίας στα κόπρανα χρήζει ιατρικής αξιολόγησης.
- Οι εργαζόμενοι εξέφρασαν αγανάκτηση για την ακαθαρσία στη διοίκηση του οργανισμού.