αδιάσπαστος

επίθετο

1. Που δεν διασπάται και δεν χωρίζεται σε μέρη, παραμένοντας ενιαίος και άθικτος.

2. Που υπάρχει ή λειτουργεί συνεχώς, χωρίς διακοπές.

Συνώνυμα

αδιάλειπτος συνεχής αδιαίρετος άρρηκτος ανελλιπής αδιάκοπος ακατάπαυστος συνεχόμενος διαρκής ακέραιος αρραγής ολόκληρος αδιατάρακτος αμετάβλητος ολόκληρο συμπαγής

Αντώνυμα

διακεκομμένος ασυνεχής διασπασμένος σπασμένος κομμένος διακοπτόμενος αποσπασμένος χωριστός κατακερματισμένος θρυμματισμένος μεμονωμένος διαλυμένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παράδοση της οικογένειας παρέμεινε αδιάσπαστη για πολλές γενιές.
  • Ο δεσμός μεταξύ των δύο φίλων ήταν πάντα αδιάσπαστος.
  • Το γυάλινο τζάμι έμεινε αδιάσπαστο μετά την πτώση.
  • Οι σχέσεις μεταξύ των χωρών έμειναν αδιάσπαστες παρά τις δυσκολίες.
  • Η αλυσίδα παραγωγής πρέπει να παραμείνει αδιάσπαστη για να μην προκληθεί διακοπή.