αγρότης
ουσιαστικό1. Άτομο που ασχολείται με την καλλιέργεια της γης και την παραγωγή γεωργικών προϊόντων, ενδεχομένως και με την εκτροφή ζώων, για βιοπορισμό ή εμπορικούς σκοπούς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αγρότης έσπειρε σιτάρι την άνοιξη.
- Επισκέφτηκα τον αγρότη στο χωριό χτες.
- Οι αγρότες διαδήλωσαν για καλύτερες τιμές στα προϊόντα τους.
- Η συμβουλή του αγρότη για τη λίπανση ήταν πολύτιμη.
- Το παιδί θέλει να γίνει αγρότης όταν μεγαλώσει.