αέναος
επίθετοΠου διαρκεί χωρίς τέλος και εμφανίζεται ή ενεργεί αδιάκοπα, σε συνεχή και διαρκή ροή.
Συνώνυμα
ατελείωτος αδιάκοπος αδιάλειπτος ακατάπαυστος αιώνιος διαρκής συνεχής ασταμάτητος παντοτινός ισόβιος μόνιμος απέραντος αθάνατος απεριόριστος
Αντώνυμα
εφήμερος προσωρινός παροδικός διαλείπων διακοπτόμενος περιοδικός περιορισμένος περατός πρόσκαιρος στιγμιαίος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αέναος πόθος για μάθηση τον ώθησε να ταξιδέψει.
- Η αέναη ροή του ποταμού μοιάζει με μουσική.
- Το αέναο σύμπαν εμπνέει δέος και ταπεινότητα.
- Οι αέναοι κύκλοι της φύσης επαναλαμβάνονται αδιάκοπα.
- Ζει μέσα σε έναν αέναο αγώνα για δικαιοσύνη.