ίαση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της αποκατάστασης της σωματικής, ψυχικής ή λειτουργικής υγείας ενός οργανισμού μετά από νόσο, τραυματισμό ή διαταραχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ίαση της πληγής απαιτούσε καθαρισμό και περίδεση.
  • Μετά από μήνες θεραπείας, η ίαση του ασθενούς ήταν πλήρης.
  • Η ίαση της ψυχής συχνά χρειάζεται χρόνο και υποστήριξη.
  • Η κοινότητα προσευχήθηκε για την ίαση των πασχόντων.
  • Η ίαση του τοπίου μετά την πυρκαγιά θα πάρει χρόνια.
  • Αναζητούσε την ίαση μέσα από τη μουσική και την τέχνη.