έρευνα
ουσιαστικό1. Συστηματική και μεθοδική διερεύνηση φαινομένων, θεμάτων ή προβλημάτων με σκοπό την απόκτηση νέας γνώσης, την επαλήθευση υποθέσεων ή την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων μέσω συλλογής, καταγραφής και ανάλυσης δεδομένων.
Συνώνυμα
διερεύνηση ερεύνηση μελέτη εξερεύνηση εξέταση έλεγχος ανάκριση δημοσκόπηση σφυγμομέτρηση αναζήτηση ανασκόπηση ανίχνευση επιθεώρηση ρεπορτάζ εξιχνίαση ανάλυση ψάξιμο σκάψιμο πειραματισμός σκανάρισμα πείραμα αυτοψία τσεκάρισμα επισκόπηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έρευνα στο εργαστήριο απέδειξε τη θεωρία.
- Η εταιρεία έκανε έρευνα αγοράς πριν από τη νέα καμπάνια.
- Η αστυνομία άνοιξε έρευνα για το περιστατικό.
- Ο δημοσιογράφος βασίστηκε σε ανεξάρτητη έρευνα για το άρθρο του.
- Η έρευνα δείχνει ότι οι νέοι χρησιμοποιούν περισσότερο το διαδίκτυο.