έθιμο
ουσιαστικό1. Σταθερή κοινωνική πρακτική ή συνήθεια που έχει διαμορφωθεί και διατηρείται σε μια ομάδα ανθρώπων, μεταβιβάζεται και επαναλαμβάνεται από γενιά σε γενιά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έθιμο θέλει να ανάβουμε φωτιά την παραμονή της γιορτής.
- Είναι έθιμο να ανταλλάσσουμε δώρα τα Χριστούγεννα.
- Στο χωριό μας το έθιμο είναι να συγκεντρώνονται όλοι στην πλατεία μετά την εκκλησία.
- Πρέπει να τηρήσουμε το έθιμο και να κεράσουμε τους επισκέπτες.
- Έχει γίνει έθιμο να συναντιόμαστε κάθε Παρασκευή μετά τη δουλειά.