άσχημη
επίθετο1. Που δεν είναι ευχάριστη στην εμφάνιση και προκαλεί αρνητική αισθητική εντύπωση.
2. Που εκδηλώνει αγένεια ή δυσάρεστη συμπεριφορά προς άλλους.
3. Που είναι δυσμενής ή προκαλεί αρνητικές συνέπειες σε κατάσταση ή εξέλιξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν χρειάζεται να πεις σε κάποια ότι είναι άσχημη.
- Η άσχημη μέρα έκανε δύσκολο το ταξίδι.
- Η άσχημη είδηση αναστάτωσε την οικογένεια.
- Η άσχημη συμπεριφορά του παιδιού προκάλεσε φασαρία.
- Ένιωσα μια άσχημη αίσθηση στο στομάχι πριν την παρουσίαση.