άσμα

ουσιαστικό

1. Μουσική σύνθεση για φωνή ή φωνές, συνήθως με μελωδία και στίχους, προοριζόμενη για εκτέλεση.

2. Ποιητικό ή λυρικό κείμενο που προορίζεται να τραγουδηθεί ή να αποδοθεί με μελωδία, συχνά με αφηγηματικό ή συναισθηματικό περιεχόμενο.

Συνώνυμα

τραγούδι κομμάτι μελωδία ύμνος μπαλάντα καντάδα μουσική μέλος άρια εμβατήριο τραγουδάκι μοιρολόι ύμνημα ηχογράφημα σύνθεση κλέφτικο ζεϊμπέκικο τσιφτετέλι σκυλάδικο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το άσμα που άκουσα στο ραδιόφωνο με συγκίνησε.
  • Ο ποιητής αφιέρωσε ένα άσμα στην πατρίδα.
  • Το παλιό άσμα του χωριού περιγράφει τα έθιμα των προγόνων.
  • Στη σκηνή ερμήνευσε ένα νέο άσμα που έγινε αμέσως επιτυχία.
  • Τα άσματα της παράδοσης φυλάσσονται με σεβασμό.