άσκοπος
επίθετο1. Που γίνεται ή υπάρχει χωρίς σαφή σκοπό ή προσανατολισμό, χωρίς συγκεκριμένο στόχο ή κατεύθυνση.
2. Που δεν εξυπηρετεί συγκεκριμένη χρησιμότητα ή δεν αποβλέπει σε αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
ατελέσφορος μάταιος ανούσιος ανώφελος περιττός αχρείαστος άχρηστος άστοχος τυχαίος τυφλός σπαταλημένος άσκοδος άκαρπος αναποτελεσματικός αντιπαραγωγικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προσπάθεια να τον πείσουμε ήταν άσκοπη.
- Ο περίπατος χωρίς προορισμό ήταν άσκοπος και σύντομος.
- Μην ξοδεύεις χρήματα σε άσκοπες αγορές.
- Πυροβολούσαν άσκοπα στον αέρα, προκαλώντας τρόμο.
- Οι συνεχείς μετακινήσεις χωρίς σχέδιο αποδείχθηκαν άσκοπες.