άρρωστος

επίθετο

1. Που έχει παθολογική κατάσταση ή ασθένεια, με διαταραχή της φυσιολογικής λειτουργίας του οργανισμού και πιθανή μείωση της ικανότητας για καθημερινές δραστηριότητες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο άρρωστος χρειάζεται ανάπαυση και φάρμακα.
  • Η άρρωστη τηλεφώνησε για να ακυρώσει το ραντεβού.
  • Οι άρρωστοι περιμένουν στην ουρά για περίθαλψη.
  • Το άρρωστο χιούμορ του βιβλίου σόκαρε πολλούς αναγνώστες.
  • Φαίνεται άρρωστος, πρέπει να πάει σε γιατρό.