άλλος
άλλο1. Που δεν ταυτίζεται ή δεν είναι το ίδιο με αυτό που αναφέρεται ή υπάρχει ήδη.
2. Άτομο, αντικείμενο ή στοιχείο επιπλέον ή διαφορετικό σε σχέση με εκείνο που έχει ήδη αναφερθεί, χρησιμοποιούμενο για να δηλωθεί κάτι άλλο πέρα από το προϋπάρχον.
Συνώνυμα
έτερος λοιπός διαφορετικός διάφορος εναλλακτικός επιπλέον δεύτερος ξεχωριστός αλλότριος πρόσθετος περαιτέρω αντίθετος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θέλω ένα άλλο κομμάτι πίτας.
- Ο ένας συμφώνησε, ο άλλος διαφώνησε.
- Πρέπει να βρούμε άλλον τρόπο για να λύσουμε το πρόβλημα.
- Κάποιοι ήρθαν νωρίς, ενώ άλλοι άργησαν.
- Η άλλη πόρτα είναι κλειστή.
- Ο λόγος των άλλων δεν ακούστηκε στη συζήτηση.