άβυσσος
ουσιαστικό1. Βαθιά σχισμή ή κενό στο έδαφος ή στη θάλασσα, με πολύ μεγάλο ή φαινομενικά ανεξερεύνητο βάθος.
2. Μεταφορικά, κατάσταση ή φαινόμενο με τεράστια, ανεξιχνίαστη ή ακατανόητη έκταση ή βάθος, που προκαλεί δέος ή δυσκολία κατανόησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η άβυσσος του ωκεανού κρύβει ακόμη άγνωστα πλάσματα.
- Η άβυσσος της ανθρώπινης ψυχής δεν εξηγείται εύκολα.
- Έμοιαζε σαν να άνοιξε μια άβυσσος ανάμεσα στους δύο φίλους μετά τη διαφωνία.
- Υπάρχει άβυσσος ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη.
- Άβυσσος η φαντασία, πάντα απρόβλεπτη.