τυρί

ουσιαστικό

Τρόφιμο που παρασκευάζεται από την πήξη του γάλακτος και τον διαχωρισμό του τυροπήγματος από τον ορό, το οποίο μπορεί να καταναλωθεί φρέσκο ή να υποβληθεί σε ωρίμανση και παρουσιάζει ποικιλία υφών, γεύσεων και μορφών ανάλογα με το είδος του γάλακτος και τις μεθόδους παραγωγής.

Συνώνυμα

τυρός τυράκι φέτα γραβιέρα κεφαλοτύρι κασέρι ανθότυρο μανούρι μοτσαρέλα παρμεζάνα γκούντα τσένταρ μπρι καμαμπέρ ροκφόρ γκοργκοντζόλα ρικότα μασκαρπόνε

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το τυρί είναι πηγή ασβεστίου.
  • Βάλε τυρί στην πίτσα πριν το ψήσιμο.
  • Αγόρασα τυρί από τον μικρό τυροκόμο του χωριού.
  • Το τυρί ωρίμασε για έξι μήνες και έγινε πολύ πικάντικο.
  • Έκοψα λίγο τυρί και το σερβίρισα με κρασί.