μακαρόνι
ουσιαστικόΕίδος ζυμαρικού από αλεύρι σκληρού σίτου και νερό, συνήθως με κυλινδρικό ή σωληνοειδές σχήμα, που μαγειρεύεται βραστό και σερβίρεται ως κύριο ή συνοδευτικό πιάτο.
Συνώνυμα
ζυμαρικό ζυμαρικά μακαρόνια σπαγγέτι πέννα κριθαράκι λαζάνια ραβιόλι νουντλς χυλοπίτα νιόκι τραχανάς κοχύλι τορτελίνι μακαρονάδα ζυμαράκι μακαρονάκι πάστα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα το βράδυ θα φτιάξω μακαρόνια με σάλτσα ντομάτας.
- Έσπασε ένα μακαρόνι ενώ το ανακάτευε με το πιρούνι.
- Τα μακαρόνια πρέπει να βράσουν για δέκα λεπτά.
- Αυτό το είδος μακαρονιού έχει σχήμα αγκώνα.
- Η μυρωδιά των μακαρονιών με γέμισε αναμνήσεις από το σπίτι της γιαγιάς.