αεροπορία

ουσιαστικό

1. Συνολική δραστηριότητα και επιστημονικοτεχνικός τομέας που ασχολείται με την κατασκευή, τη λειτουργία και την εκμετάλλευση αεροσκαφών, καθώς και με τις αερομεταφορές προσώπων και εμπορευμάτων.

Συνώνυμα

αεροπλοΐα αεροναυτική αεροναυτιλία αερομεταφορές αερογραμμές αερομεταφορά

Αντώνυμα

ναυτικό στρατός ναυτιλία ιππικό

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αεροπορία συνδέει τις πόλεις με καθημερινές πτήσεις.
  • Η αεροπορία της χώρας ανταποκρίθηκε άμεσα στην παραβίαση του εναέριου χώρου.
  • Σπουδάζει αεροπορία για να γίνει πιλότος.
  • Η ανάπτυξη της αεροπορίας επιτάχυνε το εμπόριο και τον τουρισμό.
  • Κατά τον πόλεμο, η αεροπορία εκτέλεσε επιχειρήσεις αναγνώρισης και υποστήριξης.