χερσαίος
επίθετοΠου αφορά ή βρίσκεται στη στεριά, σε ξηρά περιοχή και όχι στη θάλασσα ή στον αέρα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πλοίο έφτασε στο χερσαίο λιμάνι μετά το πέρασμα από τη θάλασσα.
- Ο στρατός ενισχύει τις χερσαίες δυνάμεις στα σύνορα.
- Η ζέβρα είναι χερσαίο ζώο και ζει κυρίως στην ξηρά.
- Το αεροδρόμιο βρίσκεται σε χερσαία ζώνη, μακριά από το λιμάνι.
- Οι διαμαρτυρίες οργανώθηκαν στον χερσαίο χώρο της πόλης.