αεροπορικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με την αεροπορία, τα αεροσκάφη και τις αερομεταφορές.
2. Που αφορά τις υπηρεσίες, τις επιχειρήσεις ή τις δομές που λειτουργούν στον χώρο των αερομεταφορών και της αεροπορικής βιομηχανίας.
Συνώνυμα
αερομεταφορικός εναέριος πτητικός αεροναυτικός αεροδυναμικός ιπτάμενος πτερωτός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αεροπορική εταιρεία ακύρωσε την πτήση λόγω τεχνικού προβλήματος.
- Το αεροπορικό εισιτήριο για τη Νέα Υόρκη ήταν ακριβότερο απ' ό,τι περίμενα.
- Η αεροπορική δύναμη συμμετείχε στην εθνική άσκηση ετοιμότητας.
- Οι αεροπορικές καθυστερήσεις οφείλονταν στην πυκνή ομίχλη πάνω από το αεροδρόμιο.
- Έστειλα το δέμα με αεροπορική μεταφορά για να φτάσει γρήγορα.