νόμιμα

επίρρημα

Με τρόπο σύμφωνο με το νόμο ή τους ισχύοντες νομικούς κανόνες.

Συνώνυμα

νόμιμα νόμιως εννόμως νομότυπα θεμιτά τυπικώς επίσημα δικαίως δίκαια

Αντώνυμα

παράνομα παρανόμως αθέμιτα λάθρα παράτυπα αυθαίρετα άδικα ανήθικα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το φάρμακο κυκλοφορεί νόμιμα στην αγορά.
  • Μένει νόμιμα στη χώρα με άδεια εργασίας.
  • Τα έγγραφα του κτιρίου είναι νόμιμα και επικυρωμένα.
  • Οι εργαζόμενοι πρέπει να αμείβονται νόμιμα σύμφωνα με το συμβόλαιο.
  • Η εταιρεία λειτουργεί νόμιμα μετά την έκδοση της άδειας λειτουργίας.
  • Μπορεί να διεκδικήσει νόμιμα την κληρονομιά.