όρθιος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε όρθια θέση, με το σώμα ή τμήμα του σώματος σε κατακόρυφη στάση αντί για καθιστή ή ξαπλωτή.
2. Που έχει κατακόρυφη ή κάθετη διάταξη ή κατεύθυνση σε σχέση με την επιφάνεια αναφοράς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ξαπλωμένος οριζόντιος κάθισμα καθισμένος καθιστός καθήμενος πεσμένος ξαπλωτός κατακείμενος πρηνής ύπτιος κεκλιμένος πλάγιος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άντρας έμεινε όρθιος για ώρες.
- Το βιβλίο στέκεται όρθιο στο ράφι.
- Η κοπέλα παρέμεινε όρθια παρά την κούραση.
- Οι εργαζόμενοι έμειναν όρθιοι μέχρι το τέλος της βάρδιας.
- Η εταιρεία κατάφερε να μείνει όρθια μετά την κρίση.