βραχιόλι
ουσιαστικό1. Κομμάτι κοσμήματος ή διακοσμητικό αντικείμενο, συνήθως κυκλικό ή ημικυκλικό, που φοριέται γύρω από τον καρπό ή το μπράτσο και κατασκευάζεται από μέταλλο, χάντρες, πολύτιμους λίθους, ύφασμα ή άλλο υλικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βραχιόλι που της χάρισαν ήταν χρυσό και λεπτεπίλεπτο.
- Έβαλε το βραχιόλι με τις ιατρικές πληροφορίες πριν φύγει για το ταξίδι.
- Το βραχιόλι του ρολογιού έσπασε, οπότε το πήρε για επιδιόρθωση.
- Μου χάρισε ένα χειροποίητο βραχιόλι ως σύμβολο φιλίας.
- Ο ασθενής φορούσε ηλεκτρονικό βραχιόλι για την παρακολούθηση των ζωτικών του σημείων.