όρκος

ουσιαστικό

1. Ιερή ή επίσημη δήλωση δέσμευσης, με την οποία το άτομο δεσμεύεται ρητά να συμμορφωθεί με κανόνα, νόμο ή υποχρέωση, συχνά επικαλούμενο θεϊκή ή ηθική εξουσία ως μάρτυρα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο όρκος του μάρτυρα έγινε ενώπιον του δικαστηρίου.
  • Ο όρκος του γιατρού είναι να μην βλάψει τους ασθενείς.
  • Οι νεόνυμφοι αντάλλαξαν έναν όρκο αιώνιας πίστης.
  • Τήρησε τον όρκο του απέναντι στην ομάδα παρά τις δυσκολίες.
  • Οι όρκοι των ιπποτών περιλάμβαναν πίστη και τιμή.