ωμά
επίθετο1. Που δεν έχει υποστεί θερμική επεξεργασία ή άλλη μεταχείριση· που καταναλώνεται ή παρουσιάζεται χωρίς μαγείρεμα.
2. Που εκφράζεται ή παρουσιάζεται απερίφραστα και συχνά αιχμηρά, χωρίς ευγένεια ή μετριασμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ψημένα μαγειρεμένα ψητά βρασμένα τηγανητά επεξεργασμένα κατεργασμένα ευγενικά διπλωματικά διακριτικά ήπια κομψά απαλά εκλεπτυσμένα ήσυχα
Παραδείγματα χρήσης
- Τρώω τα λαχανικά ωμά για να διατηρούνται οι βιταμίνες.
- Σου το λέω ωμά: πρέπει να αλλάξεις τρόπο εργασίας.
- Τα χείλη της ήταν ωμά από τον παγωμένο αέρα.
- Η κριτική του εκφράστηκε ωμά και προκάλεσε ένταση στην ομάδα.
- Σερβίρισαν ωμά ψάρι για το σούσι.