ψύχραιμα
επίρρημα1. Με ηρεμία και έλεγχο των συναισθημάτων, χωρίς πανικό ή βεβιασμένες κινήσεις.
2. Με συγκρατημένη και αντικειμενική στάση κατά την εκτίμηση ή τη λήψη αποφάσεων, στηρίζοντας τις επιλογές στη λογική και στα διαθέσιμα δεδομένα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
υστερικά πανικόβλητα αλαφιασμένα απεγνωσμένα παρορμητικά ανήσυχα φοβισμένα αναστατωμένα βιαστικά έντονα απερίσκεπτα εκνευρισμένα τρελά επικίνδυνα ενθουσιωδώς επιθετικά
Παραδείγματα χρήσης
- Μείνε ψύχραιμα και σκέψου τι πρέπει να κάνεις.
- Ο γιατρός έδρασε ψύχραιμα και απέτρεψε τα χειρότερα.
- Συζήτησαν ψύχραιμα τους όρους της συμφωνίας.
- Απάντησε ψύχραιμα στις επικρίσεις, χωρίς να προσβληθεί.
- Κοίταξε ψύχραιμα τα στοιχεία πριν πάρεις απόφαση.